The Dwarfs Of East Agouza: Η μουσική είναι μουσική· αν την ταξινομήσουμε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, θα δημιουργήσουμε απλώς έναν περισπασμό...

Εδρεύουν στο Κάιρο της Αιγύπτου και έρχονται στο Underflow μεθαύριο Παρασκευή 5 Οκτώβρη, για ένα άχαστο live. Βρήκαμε έτσι την ευκαιρία για μια σύντομη συνομιλία με τον Alan Bishop, μία από τις σημαντικότερες μορφές του κοσμοπολίτικου underground (συνιδρυτή μεταξύ άλλων των μεγάλων Sun City Girls και του label Sublime Frequencies)

Νωρίτερα μέσα στη χρονιά κυκλοφόρησε ο 2ος δίσκος σας, το Rats Don’t Eat Synthesizers… Καταρχάς, γιατί επιλέξατε να σχολιάσετε τη δίαιτα των αρουραίων;

Η επιλογή εξηγείται στο κείμενο που έγραψα για το εσώφυλλο του δίσκου. Δεν θα ήθελα έτσι να απαντήσω εδώ. Όποιος ενδιαφέρεται, μπορεί να αγοράσει το άλμπουμ και να μάθει γιατί χρησιμοποιήσαμε τον τίτλο. Είναι μια αρκετά μεγάλη, αληθινή και ενδιαφέρουσα ιστορία.

Πώς θα περιγράφατε τον δίσκο συγκριτικά με το Bes; Θα συμφωνούσατε ότι ίσως είναι κάπως πιο ελεύθερος και ενστικτώδης;

Δεν θα έλεγα ότι είναι πιο ελεύθερος και ενστικτώδης, γιατί έτσι ήταν και το Bes –απλώς εξελίχθηκε διαφορετικά. Ίσως το Rats Don’t Eat Synthesizers έχει έναν πιο επιθετικό και πιο θορυβώδη ήχο, ίσως είναι πιο ανυποχώρητος και τρελαμένος…

Παίζετε πλέον για κάποια χρόνια μαζί με τον Sam Shalabi και τον Maurice Louca… Πώς εξελίσσεται η μεταξύ σας σχέση (μουσικά ή αλλιώς) και πώς αυτή η εξέλιξη ενημερώνει τους αυτοσχεδιασμούς σας;

Προχωράμε όπως θα έπρεπε να προχωράει κάθε σχήμα αυτοσχεδιαστών... Όσο πιο πολύ διατηρείς το σχήμα σε κίνηση και εξερευνάς τις πιθανότητες, τόσο πιο πολύ προχωράει και ο ήχος σου, εξ ορισμού. Η επικοινωνία γίνεται περισσότερο τηλεπαθητική, το λεξιλόγιο των ιδεών διευρύνεται και ο καθένας μέσα στο σχήμα εξοικειώνεται περισσότερο με τα χαρακτηριστικά των άλλων. Έτσι μόνο θα μπορέσουμε όλοι μαζί να δημιουργήσουμε πολύ ξεχωριστές και δυναμικές συνθέσεις, σε πραγματικό χρόνο. Κι όταν αυτό φτάνει «στη ζώνη», τότε όντως βιώνουμε την πραγματική μαγεία.

93Dwarfs_2.jpg

Η πρώτη σας εμφάνιση στην Αθήνα έγινε τον Οκτώβριο του 2016, σε ένα φεστιβάλ/συνέδριο που διοργάνωνε η Στέγη Ιδρύματος Ωνάση με τον τίτλο «Διασπορές σε Διάλογο: Πολυπολιτισμός, Μετανάστευση και Αυτοσχεδιαστική Φαντασία». Οφείλω να πω ότι δεν μπορώ να σκεφτώ πολλά σχήματα που θα ήταν πιο ταιριαστά για να κλείσουν ένα τέτοιο τριήμερο. Θυμάμαι επίσης να αισθάνομαι κάπως περιορισμένος μέσα στο αμφιθέατρο και να σκέφτομαι ότι μια τόσο ζωηρή και ζωντανή μουσική μάλλον θα ταίριαζε καλύτερα σε ένα «λιγότερο τακτοποιημένο» περιβάλλον. Τι θα λέγατε επί αυτού;

Θα συμφωνούσα. Θυμάμαι εκείνη τη νύχτα. Η φύση του αμφιθεάτρου του Ιδρύματος Ωνάση μάλλον δεν ήταν και η πιο ευνοϊκή για εμάς ώστε να νιώσουμε απολύτως ανοιχτοί, όπως θα γινόταν σε έναν χώρο όπου το ακροατήριο θα ήταν πιο κοντά σε μας και θα μπορούσε να μας κοιτάζει στα μάτια, ή σε έναν εξωτερικό χώρο, ή σε έναν χώρο όπου ο ήχος θα ήταν πιο «ζεστός», κτλ…

Παίζετε (και παίζατε ανέκαθεν) μια μουσική η οποία διασχίζει πολιτισμικά σύνορα και σίγουρα χρησιμοποιεί αρκετή από αυτή την «αυτοσχεδιαστική φαντασία»· μουσική που είναι εγγενώς διεθνική και κοσμοπολίτικη… Πώς όμως σας επηρεάζει η συγκεκριμένη γεωγραφική σας θέση τώρα που ζείτε στο Κάιρο; Και πώς αυτή ενημερώνει την κοσμοπολίτικη ποιότητα της μουσικής σας;

Να σου πω την αλήθεια, δεν ξέρω. Δεν το σκέφτομαι ποτέ, μέχρι να με ρωτήσουν κάτι παρόμοιο σε συνεντεύξεις. Φαίνεται ότι πάντοτε θα τεθεί ένα τέτοιο ερώτημα προς εμάς. Και μπορώ να καταλάβω το ενδιαφέρον των ανθρώπων που μας ρωτάνε για το πώς είναι να ζει κανείς σε μια πόλη σαν το Κάιρο, ή το πώς μπορεί να προσαρμοστεί εκεί κάποιος που έρχεται από έξω.

Έχω ζήσει για αρκετά μεγάλα χρονικά διαστήματα στην Τζακάρτα, στο Ρανγκούν ή στη Μπανγκόκ, σε πόλεις δηλαδή που διαφέρουν πάρα πολύ από εκείνες της Δύσης. Για μένα, το ζήτημα της προσαρμογής είναι μια συγκεκριμένη νοοτροπία· την υιοθετώ και προσαρμόζομαι στις οποιεσδήποτε συνθήκες.

Πάντως, παραμένω ο εαυτός μου, με τις ιδέες μου, τις συνθέσεις μου… Στ’ αλήθεια δεν έχει μεγάλη διαφορά, αν βρίσκομαι στο Σιάτλ, στο Κάιρο, στη Δαμασκό, στο Φoίνιξ ή στην Καλκούτα. Συνήθως ξέρω τι θέλω να κάνω και το περιβάλλον απλώς επηρεάζει την καθημερινότητά μου, ως προς το πώς θα υλοποιήσω αυτό που σκέφτομαι, όχι το είδος της μουσικής ή το συναίσθημά της. Φυσικά, υπάρχουν εξαιρέσεις, όπως όταν βρίσκω μουσικούς που ζουν εκεί και συνεργάζομαι μαζί τους με έναν εντελώς αναπάντεχο τρόπο. Όμως κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί παντού στις μέρες μας.

93Dwarfs_3.jpg

Μιλώντας για τη ζωή στο Κάιρο (σε αυτή την υπέροχη συνέντευξη), αναφερθήκατε στη σημασία του «jaywalking» (το να διασχίζει κανείς τον δρόμο από οποιοδήποτε σημείο, όχι μόνο από τα προκαθορισμένα σημεία, διαβάσεις, φανάρια κλπ.), περίπου ως έναν δείκτη ελευθερίας. Πώς αποφασίσατε αλήθεια να μετακομίσετε στο Κάιρο; Ήταν μήπως μια επιθυμία να ζήσετε σε ένα «λιγότερο τακτοποιημένο» περιβάλλον;

Υπήρχαν διάφοροι λόγοι για τους οποίους μετακόμισα στο Κάιρο. Η μετακίνησή μου εδώ ήταν σταδιακή, καθώς οι λόγοι που με έκαναν να μείνω εκδηλώθηκαν σταδιακά στην πορεία.

Τον Μάρτιο του 2011, είχαμε συμφωνήσει με τον Sam [Shalabi], να βρεθούμε στο Κάιρο την ίδια περίοδο του Σεπτεμβρίου εκείνης της χρονιάς, να προσπαθήσουμε να μείνουμε εκεί για λίγο και να δουλέψουμε ένα κομμάτι μαζί για το επικείμενο Irtijal Festival, που θα γινόταν στη Βηρυτό. Ήμουν επίσης σε επαφή με τον Cherif El Masri και την Aya Hemeda (οι οποίοι τελικά με βοήθησαν στους Invisible Hands) και συζητούσαμε το ενδεχόμενο να δουλέψουμε μαζί σε κάποια τραγούδια. Επίσης, είχα ήδη γνωρίσει τον Maurice [Louca] τον Νοέμβριο/Δεκέμβριο του 2010, όταν είχα πάει στο Κάιρο για συναυλίες. Πολλά ακόμα πράγματα συνέβησαν εκείνη την περίοδο και όλα μαζί με έκαναν να σκέφτομαι ότι η μετακίνησή μου στο Κάιρο ήταν η σωστή κίνηση. Και είμαι ακόμα εδώ.

Το underground του Καΐρου ήταν το κεντρικό θέμα ενός πρόσφατου τεύχους του περιοδικού The Wire… Είναι όντως τόσο ζωντανό; Κι αν ναι, θα λέγατε ότι είναι μία από τις μακροπρόθεσμες επιδράσεις του κινήματος της «Αραβικής Άνοιξης», πίσω στα 2011;

Μου είναι δύσκολο να ξέρω πόσο «ζωντανά» είναι τα πράγματα εδώ μουσικά. Πηγαινοέρχομαι αρκετά, κάποιες φορές βιώνω απίστευτες στιγμές, εβδομάδες και μήνες, διαστήματα στα οποία νομίζεις ότι τα πράγματα έχουν αποδεσμευτεί ξαφνικά και τρέχουν με ταχύτητα προς όλες τις κατευθύνσεις –όπως συμβαίνει σε μια ενεργή σκηνή με πολλούς μουσικούς και πολλά στιλ να σου κινούν το ενδιαφέρον. Ύστερα, λες και έχει γυρίσει κάποιος διακόπτης, όλο αυτό εξαφανίζεται για λίγο, ή βρίσκομαι εγώ σε περιοδεία ή τέλος πάντων λείπω για 2-3 μήνες και δεν ξέρω τι συμβαίνει…

Επίσης, δεν έχω εμπλακεί με τις διάφορες άλλες σκηνές που υπάρχουν σ’ αυτή την πόλη, μάλλον δεν με ενδιαφέρει και τόσο. Οπότε δεν είμαι ο πιο κατάλληλος για να στο περιγράψω.

Μου αρέσει να κάνω τα πράγματα ζωντανά για εμένα, ανεξάρτητα από την πόλη στην οποία βρίσκομαι. Οπότε, όσον αφορά εμένα, τα πράγματα είναι πολύ δημιουργικά μουσικά, με πολλούς τρόπους. Δεν εξαρτώμαι από μία σκηνή ή μία τοπικότητα για να κάνω τα πράγματα να συμβούν. Ωστόσο, πάντα αναζητώ έμπνευση και έχουν υπάρξει πάρα πολλοί άνθρωποι εδώ στα χρόνια που ζω στο Κάιρο οι οποίοι με έχουν εμπνεύσει και συνεχίζουν να με εμπνέουν.

93Dwarfs_4.jpg

Υποθέτω ότι δεν είναι ασυνήθιστο για τους Dwarfs Οf East Agouza να κατηγοριοποιούνται ως «world music». Πρόκειται φυσικά για όρο κάπως προκατειλημμένο (με διάφορες επιπλοκές ως προς την πολιτισμική διείσδυση της Δύσης στις τοπικές κουλτούρες και την προσπάθεια ιδιοποίησής τους)… Σκέφτομαι όμως ότι, σε έναν βαθμό, κάτι αντίστοιχο συμβαίνει με όλους τους όρους που ορίζουν και ταξινομούν τη μουσική πράξη, αναγκάζοντας π.χ. έναν μουσικό να σκέφτεται και να πράττει ως «τζαζ μουσικός», «ροκ μουσικός» κ.o.κ. Φαντάζομαι ότι το θέμα έγκειται στο πώς θα μπορέσει να ορίσει μόνος του τους όρους με τους οποίους δημιουργεί. Εφόσον εσείς έχετε μια θαυμάσια ιστορία αυτοπροσδιορισμού των πραγμάτων (με τους Sun City Girls, τους Dwarfs Οf East Agouza ή άλλα πρότζεκτ), θα θέλατε να σχολιάσετε το παραπάνω;

Ναι, η μουσική είναι μουσική· και αν την ταξινομήσουμε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, θα δημιουργήσουμε απλώς έναν περισπασμό. Προσπαθώ να αγνοώ τους όρους και τους κανόνες, τις προσδοκίες, το ακροατήριο και τις απόψεις του, τους δημοσιογράφους και τις δικές τους, τη μουσική βιομηχανία και τις άνευρες θεσμικές συνήθειες και πρακτικές. Η κοινωνική και πολιτισμική μηχανική είναι ο μεγαλύτερος –και πολύ πραγματικός– εχθρός για μένα. Είναι μια ψευδαίσθηση που πρέπει να πάψει και να εξοριστεί από το μυαλό μου.

Φυσικά, μπορούμε να συζητήσουμε για μουσικούς της τζαζ ιστορίας, ποιοι τρομπετίστες και σαξοφωνίστες ήταν θαυμάσιοι, για τα σπουδαία τους άλμπουμ και τις σπουδαίες συναυλίες τους, να συμφωνήσουμε ή να διαφωνήσουμε… Το ίδιο ισχύει και με τη ροκ ή την ποπ μουσική, με τους Ιταλούς συνθέτες σάουντρακ της δεκαετίας του 1960 ή με την ινδονησιακή ψυχεδέλεια της δεκαετίας του 1970, τη μουσική Luk Thung της Ταϊλάνδης, για το εάν ο Abdel Halim Hafez είχε φτιάξει την καλύτερη (και την τελευταία) ορχήστρα κλασικής αραβικής μουσικής…

Στην τελική, είμαι λάτρης της μουσικής και μου αρέσει να συζητώ για συναυλίες και ηχογραφήσεις μέσα στην ιστορία. Έτσι, θα προτιμούσα, για παράδειγμα, να σου μιλήσω για τους λόγους για τους οποίους πιστεύω ότι ο Gene Clark είναι ο καλύτερος τραγουδιστής/τραγουδοποιός της πραγματικής country και όχι ο Kris Kristofferson ή ο Townes Van Zandt ή κάποιος άλλος. Θα προτιμούσα αυτό, από το να αναγνωρίσω τη διάκριση που επιβάλλουν οι διάφοροι θυροφύλακες με τις δικές τους αφηγήσεις. Η σπουδαία μουσική προσπερνάει αυτές τις μαλακίες. Αν όμως δώσεις σημασία στους θυροφύλακες, θα κολλήσεις στις μαλακίες τους και η μουσική που θα φτιάξεις πιθανότατα δεν θα βρει ποτέ κάποια πραγματική δύναμη.

Όσον αφορά την επερχόμενη εμφάνισή σας στο Underflow (το οποίο εσείς είχατε επισκεφτεί και πέρσι), θα εστιάσετε στο Rats Don’t Eat Synthesizers ή θα δοκιμάσετε κάτι εντελώς καινούργιο;

Δεν το σκεφτόμαστε αυτό μέχρι να βρεθούμε στη σκηνή. Οπότε υποθέτω ότι εσύ κι εγώ θα το διαπιστώσουμε μαζί, την ίδια ώρα, αν θα επισκεφτούμε με κάποιον τρόπο ιδέες μέσα από τον δίσκο ή όχι. Πάντοτε πάντως προχωρούμε μπροστά…

{youtube}dw3ac217sLw{/youtube}

Πηγή: avopolis.gr

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ