Underwater Chess: Όπως συμβαίνει πλέον σχεδόν παντού, έτσι και στην Ελλάδα παράγεται καταπληκτική μουσική...

Με τον περσινό τους δίσκο Seriality να είναι ένα σύγχρονο έπος, που δεν πιστεύεις ότι βγήκε από τη σύμπραξη 2 και μόνο ανθρώπων, λες ευτυχώς για μας τους πρωτευουσιάνους που οι δημιουργοί του κατεβαίνουν στην Αθήνα, για την 1η μέρα του SKG Festival στο Gagarin (Παρασκευή 9 + Σάββατο 10 Φεβρουαρίου).

Το άκουσμα της μουσικής σας δεν παραπέμπει τόσο σε ντουέτο, ωστόσο μόλις αυτό γίνει γνωστό, αισθάνεται κανείς πως αποτυπώνεται στον ήχο σας μια πολύ ιδιαίτερη χημεία. Πώς ξεκίνησε το εγχείρημα των Underwater Chess και προς τι το «Υποβρύχιο Σκάκι»;

Γνωριστήκαμε στα μέσα της δεκαετίας του 1990, στη Θεσσαλονίκη. Το πρώτο μας συγκρότημα λεγόταν Empathy και προσπαθούσαμε να παίξουμε σαν τις αμερικάνικες μπάντες που ακούγαμε τότε. Ως Underwater Chess πρωτοπαίξαμε το 2001, πλέον ως ντουέτο (βιολί, κιθάρα με λούπες και φωνές), ξεχειλώνοντας τραγούδια της αρεσκείας μας (βλ. Butthole Surfers, Björk, Nick Drake). Σύντομα στραφήκαμε σχεδόν αποκλειστικά στον αυτοσχεδιασμό. Ήταν ζητούμενο να στήσουμε πιο πληθωρικά περιβάλλοντα με τα δύο όργανα και τις φωνές μας, προσεγγίζοντας κυρίως τον ηλεκτρονικό ήχο. Βασικά μας χαρακτηριστικά είναι τα ατμοσφαιρικά και τελετουργικά επαναλαμβανόμενα μοτίβα, οι ακραίες δυναμικές αντιθέσεις και οι χορευτικοί ρυθμοί. «Θα πάμε για υποβρύχιο σκάκι…» ήταν η απάντηση στη συχνή ερώτηση «Τι θα κάνουμε το βράδυ;».

Μινιμαλισμός και πλουραλισμός, punk και κλασική μουσική, uplift και underwater. Ποιες είναι οι αναφορές του αποτελέσματος που ακούμε;

Τα ακούσματά μας αλλάζουν συνεχώς. Σταθερές αξίες είναι οι Public Enemy, Naked City, Autechre, Suicide, Brian Eno, Fred Frith, Nurse With Wound... Και εκτός συναγωνισμού ο Richard D. James.

49ddUndwtr_2.jpg

Η πρώτη σας δισκογραφική δουλειά, InJoy Your Fear (2011) κυκλοφόρησε από τη γερμανική Photovoltaic Records, ενώ η δεύτερη από τη βρετανική Amplify Records. Ποιες συγκυρίες σάς έστρεψαν προς διεθνείς εταιρείες;

Η Photovoltaic Records είναι η εταιρεία των Αlcalica, δηλαδή του Λεωνίδα Δανέζου και της Julie Loi, που τότε ζούσαν στο Βερολίνο. Πρωτοπαίξαμε μαζί τους εκεί το 2007. Είναι δύο υπέροχοι άνθρωποι, είμαστε φίλοι και ακόμα συνεργαζόμαστε. Τώρα η έδρα τους είναι η Μυτιλήνη.

Η Amplify Records ανήκει στον Dans Mon Salon (κατά κόσμον Δημήτρης Μπατσής, συνθέτης ηλεκτρονικής μουσικής). Όταν γνωριστήκαμε το 2005 είχε μόλις επιστρέψει από σπουδές στο Σέφιλντ και ήταν DJ στο ΖΕΝΙΤ στη Θεσσαλονίκη. Μερικές φωνές και κάποια βιολιά από δύο κομμάτια του Seriality ηχογραφήθηκαν στο σπίτι του το 2007.

Η συνεργασία μαζί τους είχε να κάνει μόνο με τη χρήση των ονομάτων των εταιρειών τους. Η παραγωγή ήταν δική μας ευθύνη. To Seriality τυπώθηκε με δανεικά χρήματα από τον ηχολήπτη μας, GeorgieBoy.

Η αλήθεια είναι ότι, στο πρώτο άκουσμα της μουσικής σας, πήρα ως δεδομένο πως δεν ακούω εγχώριο σχήμα. Αντιλαμβανόμενη το βεβιασμένο και «άδικο» της σκέψης μου, θα ήθελα να σας ρωτήσω – ακούτε συχνά τέτοια «κομπλιμέντα»; Κι αν ναι, πόσο κομπλιμέντα είναι τελικά; Μήπως έχουμε υποτιμήσει την εγχώρια παραγωγή;

Δεν κρίνουμε τη μουσική με βάση την προέλευσή της. Ο τοπικισμός μάς αφήνει παγερά αδιάφορους. Όπως συμβαίνει πλέον σχεδόν παντού, έτσι και στην Ελλάδα παράγεται καταπληκτική μουσική. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα ηχογραφήματα των Μιχάλη Σιγανίδη, Harry Elektron, Μπάμπη Παπαδόπουλου, Antimob, Emdy, Aubergine, Sancho 003, Mama Luma, Budalah, Ξέρα... Ιδιαίτερη μνεία στους Boomstate, ένα συγκρότημα απ' τη Θεσσαλονίκη που δεν υπάρχει πια. Ακούστε αυτόν τον δίσκο, αξίζει τον χρόνο σας.

49ddUndwtr_3.jpg

Στο βιογραφικό σας αναφέρετε ότι αυτήν την περίοδο γράφετε μουσική για μια ταινία μικρού μήκους. Θα μπορούσατε να μοιραστείτε περισσότερες πληροφορίες; Είναι η πρώτη φορά που συναντιέστε με τον κινηματογράφο; Πώς βιώνετε τη διαδικασία σαν ντουέτο;

Η ταινία λέγεται Νοτούρνο. Η σκηνοθεσία είναι του Ρούσσου Κασιωτάκη και εμείς συμμετέχουμε με ένα κομμάτι φτιαγμένο ειδικά για αυτήν.

Δεν έχουμε ξαναφτιάξει μουσική κατά παραγγελία. Ωστόσο, έχουμε παίξει σε εκδηλώσεις όπου έπρεπε να επενδύσουμε ηχητικά ήδη υπάρχουσες ταινίες μικρού μήκους (Moving Silence), ακόμα και σε ταινίες dada του 1930... Είναι μία άκρως δημιουργική διαδικασία, την οποία απολαμβάνουμε.

Έχει περάσει ήδη κάποιος καιρός από την έκδοση του 2ου δίσκου σας, Seriality (2017). Πώς εκτιμάτε τη χρονιά που πέρασε και τι αποκομίσατε από αυτήν την κυκλοφορία; Ετοιμάζετε ήδη κάτι καινούριο; Κι αν ναι, πότε θα έχουμε τα πρώτα δείγματα;

Είμαστε περήφανοι για το Seriality, συνθετικά, ηχητικά και αισθητικά. Με αφορμή την κυκλοφορία του παίξαμε σε μέρη στην Ελλάδα που δεν είχαμε ξαναπάει, εμπλουτίσαμε τις εμφανίσεις μας με την προσθήκη του Νίκου Κεχαγιά (a.k.a Lopez) στους φωτισμούς και ήρθαμε πιο κοντά μεταξύ μας. Εδώ και κάποια χρόνια ο ένας από μας μετακόμισε στην Αθήνα, οπότε ο κοινός μας χρόνος έγινε πιο σπάνιος και πολύτιμος. Θα ήταν ιδανικό να βγάζαμε κάτι νέο μέσα στο 2018. Προς το παρόν έχουμε ηχογραφήσει κάποιες ιδέες, χωρίς να έχουμε καταλήξει ακόμα στην ενορχηστρωτική προσέγγιση.

49ddUndwtr_4.jpg

Ενώ στον πρώτο σας δίσκο ακούγεστε κυρίως ηλεκτροακουστικοί, στον δεύτερο διαγράφετε μια εξαιρετική εξέλιξη, δοκιμάζοντας τις διαστάσεις του ηλεκτρονικού ήχου και επενδύοντας σε ψυχεδελικά ηχοτοπία, που κάνουν την ακρόαση μια σχεδόν ηδονική πρόκληση. Σε τι θα οφείλατε αυτήν τη μετάβαση, τα «μπόσικα» που δώσατε στην πειραματική σας πλευρά;

Το In Joy Your Fear είναι ένα κολάζ από αυτοσχεδιαστικά ηχογραφήματα. Το Seriality δεν αναπαράγεται ζωντανά ως έχει. Υπήρχαν συνθέσεις από την αρχή και, ενώ σχεδόν όλα τα στοιχεία του δίσκου είναι πάλι κιθάρες, βιολιά και φωνές, το τελικό αποτέλεσμα προέκυψε μετά από ατελείωτες ώρες προγραμματισμού και ηχητικής επεξεργασίας. Πάντα υπάρχει η επιθυμία της κυκλοφορίας μίας ακόμα ζωντανής ηχογράφησης αυτοσχεδιασμού στο πίσω μέρος του μυαλού μας, καθώς μάλλον αυτό ξέρουμε να το κάνουμε καλύτερα.

Σε λίγες ημέρες θα κατεβείτε και στα μέρη μας, στα πλαίσια του SKG Festival (9-10/2) στο Gagarin. Πώς σας φαίνεται αυτή η «κάθοδος» της σκηνής της Θεσσαλονίκης; Έχετε προγραμματίσει άλλες εμφανίσεις για το 2018;

Με 16 ευρώ προπώληση το αθηναϊκό κοινό καλείται να παρακολουθήσει σε 2 βραδιές 8 άκρως ετερόκλητες μουσικές περιπτώσεις. Με τα περισσότερα σχήματα μάς συνδέουν χρόνιες φιλικές σχέσεις. Ωστόσο, παρόλο που έχει βαφτιστεί «φεστιβάλ της Θεσσαλονικιώτικης σκηνής», θέλουμε να πιστεύουμε πως κανένα από τα συμμετέχοντα συγκροτήματα δεν αντιμετωπίζει το εγχείρημα τοπικιστικά. Οι μουσικές δραστηριότητες στη Θεσσαλονίκη είναι αμέτρητες και δεν έχουμε την ψευδαίσθηση πως εκπροσωπούμε κάτι μαζικό. Έχουμε μεν κοινό τόπο, αλλά οι αισθητικές μας προσεγγίσεις είναι σχεδόν αντικρουόμενες. Σημαντική για εμάς είναι η κίνηση-ρίσκο της Goodheart Productions να μας μαζέψει όλους στην ίδια σκηνή, επί ίσοις όροις.

{youtube}6tJ91I-ZyoM{/youtube}

Πηγή: avopolis.gr