Τζουζέπε Βέρντι - Ναμπούκκο

Χάρη στη Σάε-Κιουνγκ Ριμ και στον Δημήτρη Πλατανιά το οπερατικό θηρίο του Βέρντι ευτύχησε φωνητικά, οδηγήθηκε όμως σε μια πελαγωμένη σκηνοθετικά συνθήκη και κακοποιήθηκε από τις προβολές, που έκαναν το Ηρώδειο να μοιάζει με κακοσχεδιασμένο βιντεοπαιχνίδι.

Ο Ναμπούκκο είναι όπερα με ειδικό βάρος. Τη συνθέτουν σκευωρίες, ύβρεις και έντονα θρησκευτικό περιεχόμενο, οδηγώντας σε ένα αποτέλεσμα αποτυπωμένο πλέον βαθιά στον κώδικα κάθε φίλου του μελοδράματος. Αντίστοιχα, τo Ηρώδειο είναι χώρος που φέρει ακόμα μεγαλύτερο βάρος: κάθε καλλιτέχνης που καλείται να αναμετρηθεί μαζί του, έχει να αντιμετωπίσει χιλιάδες χρόνια ιστορίας και παράλογα πολλές προσδοκίες. Κάτω από αυτόν τον συνδυασμένο όγκο των δύο συνθηκών, κατέρρευσε ο φετινός Ναμπούκκο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

30cNabc_2.jpg

Περιστρεφόμενη γύρω από τη βιβλική ιστορία του ιερόσυλου βασιλιά Ναβουχοδονόσορα της Βαβυλώνας και της εκστρατείας του κατά των Ισραηλιτών, η όπερα του Τζουζέπε Βέρντι αναμετριέται με επικά μεγέθη. Ηγεμόνες βλασφημούν κι ανταγωνίζονται τα θεία, το πάθος χωρίς ανταπόδοση κονταροχτυπιέται με τη δίψα για εξουσία, ενώ ο έρωτας έρχεται αντιμέτωπος με την εκδικητική μανία. Επιτρέποντας την πρώτη κλεφτή ματιά στη μουσική του ιδιοφυΐα, ο Βέρντι κατάφερε να τρυπώσει βαθιά στις καρδιές του ιταλικού κοινού πίσω στο 1841 και να δώσει παλμό μέχρι και στο Ρισορτζιμέντο –το κίνημα της ιταλικής ενοποίησης– με το χορωδιακό "Va, Piensero" της 3ης πράξης.

30cNabc_3.jpg

Έχοντας υπόψη τα παραπάνω, μπορεί κανείς να δει ότι το να ανεβάσεις Ναμπούκκο συνιστά ριψοκίνδυνη επιλογή: οτιδήποτε τόσο επιβλητικό, καταλήγει εύκολα παράφωνο. Η σκηνοθεσία λοιπόν του Λέο Μουσκάτο ώθησε το οπερατικό αυτό θηρίο σε μία αμήχανη, πελαγωμένη συνθήκη, τραβώντας αμυδρές και νεφελώδεις παράλληλες με μία ναζιστική αφηγηματική γραμμή. Η χορωδία διαχωρίστηκε με βάση το φύλο (χωρίς ποτέ να δοθεί ένας στιβαρός λόγος ή να δηλωθεί κάποιος ξεκάθαρος σκοπός) και οι μονωδοί κατέληξαν να περιφέρονται σαν πρωτοετείς δραματικής σχολής, που ακόμα δεν έχουν αναπτύξει διάλογο μεταξύ του σώματός τους και της σκηνής.

Τα κοστούμια, από την άλλη, κινήθηκαν σε αυστηρές και σκούρες επιλογές, δείχνοντας καλοφτιαγμένα και πατώντας με ασφάλεια πάνω στις χρονικές αναφορές. Τα σκηνικά όμως του Τιτσιάνο Σάντι, ενώ κινήθηκαν σε ανάλογους τόνους, διέθεταν μερικές υπερβολικά εξόφθαλμες αναφορές και χρησιμοποίησαν τον τοίχο της σκηνής ελαφρώς άκομψα. Αλλά αυτό που πραγματικά αποσυντόνισε το όλο διήγημα –συχνά σπρώχνοντάς το στην κακογουστιά– ήταν οι προβολές του Λούκα Αττίλι. Φωτιές από δάδες, πολύχρωμοι έναστροι ουρανοί, πράσινες(!) φλόγες και κύματα κατήντησαν τη σκηνή του Ηρωδείου να μοιάζει συχνά με κακοσχεδιασμένο βιντεοπαιχνίδι από τη δεκαετία του 1980.

30cNabc_4.jpg

Οι μονωδοί, στον αντίποδα, έκαναν φιλότιμες προσπάθειες, ειδικά στο φωνητικό μέρος. Ο θαυμασμός του κοινού δόθηκε απλόχερα στη Νότιοκορεάτισσα υψίφωνο Σάε-Κιουνγκ Ριμ, η οποία προσέδωσε μανιακό τόνο στη ραδιούργα Αμπιγκαΐλλε, αν και υποκριτικά άγγιξε ανά στιγμές καρτουνιστικές διαστάσεις. Η σοπράνο φαίνεται σε κάθε περίπτωση να γίνεται αγαπημένη του ελληνικού κοινού, μιας και είχε τραγουδήσει με αντίστοιχη επιτυχία τον ρόλο της Μαντάμα Μπαττερφλάι. Ο Ισμαέλε του Δήμου Φλεμοτόμου υπήρξε τίμιος, καταφέρνοντας να πείσει για την άσβεστη αγάπη του προς την κόρη του Ναμπούκκο, ενώ ο Δημήτρης Πλατανιάς προσέδωσε βαρύτητα στον βλάσφημο και μεγαλομανή Ναβουχοδονόσορα, καταφέρνοντας να περάσει δεξιοτεχνικά από την παράνοια του Βαβυλώνιου βασιλιά στη μετέποιτα μετάνοιά του.

Αλλά η όπερα είναι πασίγνωστη για τα χορωδιακά της μέρη κι αυτό ήταν και το στοίχημα που κέρδισε στο συγκεκριμένο ανέβασμα η Εθνική Λυρική Σκηνή, καθώς η χορωδία της βρέθηκε σε άριστη φόρμα, χαρίζοντάς μας έτσι ένα συγκινητικό "Va, Pensiere". Παράλληλα, η διεύθυνση του Φιλίπ Ωγκέν υπήρξε δυναμική, οδηγώντας την ορχήστρα σε μία σφιχτοδεμένη οβερτούρα, η οποία δημιούργησε υψηλές προσμονές για το υπόλοιπο της παράστασης.

30cNabc_5.jpg

Φαίνεται πάντως πως η όπερα έχει μία ταραχώδη σχέση με το Ηρώδειο. Συχνά, δηλαδή, η συνθήκη του ανεβάσματος ενός μελοδραματικού έργου στο Ωδείο αντιμετωπίζεται ως μπαμπούλας, με τους σκηνοθέτες να στέκονται μπροστά στον αρχαίο χώρο με αμηχανία και συστολή, καταλήγοντας έτσι να μοιάζουν με νεογέννητα πουλάρια, τα οποία πασχίζουν να κάνουν τα πρώτα τους βήματα. Κι αυτό είναι άδικο, τόσο για τις παραγωγές, όσο και για τον ίδιο τον χώρο, που με την κατάλληλη τόλμη μπορεί να γίνει έδαφος για κάτι πραγματικά μεταβατικό.

{youtube}oCF5_cEfV-4{/youtube}

Πηγή: avopolis.gr

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ