Listomania #1: Οι δίσκοι του Alex Turner από τον χειρότερο στον καλύτερο

Με τους Arctic Monkeys, τους Last Shadow Puppets, αλλά και σόλο... Η νέα αυτή στήλη, που αντικαθιστά το Monday Blues έπειτα από σχεδόν 4 χρόνια και 83 αναρτήσεις, ασχολείται με ένα από τα μεγαλύτερα φετίχ των απανταχού μουσικόφιλων: τις λίστες.

Η νέα αυτή στήλη, που αντικαθιστά το Monday Blues έπειτα από σχεδόν 4 χρόνια και 83 αναρτήσεις, ασχολείται με ένα από τα μεγαλύτερα φετίχ των απανταχού μουσικόφιλων: τις λίστες.

Λίστες κάθε είδους, με κομμάτια, δίσκους ή καλλιτέχνες, λίστες επίκαιρες ή μη, με θεματολογία αναμενόμενη ή και λιγότερο αναμενόμενη, πάντοτε όμως φτιαγμένες με άξονα όχι μόνο τον αναπόφευκτο υποκειμενικό παράγοντα του προσωπικού γούστου, αλλά και με κριτήριο το αντικειμενικό εκτόπισμα των τραγουδιών/άλμπουμ/καλλιτεχνών στα μουσικά πράγματα, το οποίο σε πολλές περιπτώσεις είναι μετρήσιμο.

Το Listomania κάνει σήμερα ντεμπούτο με όλους τους δίσκους (εξαιρουμένων singles και EP) στους οποίους έχει εμπλακεί ο Alex Turner –είτε με τους Arctic Monkeys, είτε με τους Last Shadow Puppets, είτε σόλο– τοποθετημένους με σειρά από τον χειρότερο στον καλύτερο...

9. The Last Shadow Puppets – Everything You’ve Come To Expect (2016)

98yLstm_10.jpg

Χωρίς να είναι κακό, το δεύτερο άλμπουμ των Last Shadow Puppets δεν κατάφερε να σταθεί επάξια δίπλα στα δείγματα γραφής του πρώτου. Λίγο οι ανισότητες στην tracklist (το δεύτερο μισό σέρνεται κι αγκομαχά, προσφέροντας ζουμερές στιγμές με το σταγονόμετρο), λίγο η μερική αλλοίωση του ήχου που τους έκανε να ξεχωρίσουν, λίγο οι ενορχηστρώσεις των εγχόρδων που ηχούν ρουτινιάρικα σε σχέση με εκείνα του προηγούμενου δίσκου, λίγο η απουσία του shock value, το Everything You’ve Come To Expect πέρασε και δεν ακούμπησε. Η τελευταία θέση του αξίζει όχι γιατί δεν περιέχει αξιόλογο υλικό, αλλά γιατί η σύγκριση με οποιοδήποτε άλλο project του Turner το βγάζει ηττημένο.

8. Arctic Monkeys – Humbug (2009)

98yLstm_9.jpg

Το Humbug αποτελεί τον πιο στριφνό και δυσπρόσιτο δίσκο που έχει υπογράψει ο Turner (με ή χωρίς τους Monkeys) και εν έτει 2018 μπορεί μάλλον να ακουστεί ολόκληρος μόνο από ταγμένους fans. Κι ενώ υπάρχουν ψήγματα ευφυΐας διάσπαρτα σε ολόκληρη την tracklist, οι ιδέες του καταλήγουν σε αδιέξοδα, ανήμπορες να ολοκληρωθούν και να δώσουν πνοή σε πραγματικά σπουδαίες συνθέσεις. Εξαίρεση αποτελούν βέβαια τα “Cornerstone” και “Crying Lightning”, τα οποία λειτουργούν ως αντίβαρο συγκροτημένης τραγουδοποιίας απέναντι στην αφηρημένη γραφή της υπόλοιπης tracklist· είναι τα μοναδικά που έχουν εξασφαλίσει θέση στον μακρύ κατάλογο των classics της μπάντας.

7. Arctic Monkeys - Tranquility Base Hotel + Casino (2018)

98yLstm_8.jpg

Το φετινό άλμπουμ των Arctic Monkeys ξένισε και απώθησε τις πρώτες ημέρες της κυκλοφορίας του, τελικά όμως κατάφερε και στρογγυλοκάθισε δίπλα στον υπόλοιπο κατάλογό τους, έστω και σε κάποια απόσταση από τα υπόλοιπα. Περισσότερο ακούγεται σαν προσωπικό project του Turner, παρά σαν ομαδική δουλειά –σχεδόν πήγα να γράψω «Alex Turner» δίπλα στον τίτλο του. Η εμμονική του ρετρολαγνεία (στιλιστικά και υφολογικά) τού αφαιρεί kudos δημιουργικότητας, ενώ το γεγονός ότι περιέχει αποκλειστικά μπαλάντες το καθιστά απαγορευτικό για μεγάλο μέρος των ακροατών, που ψάχνει για αιχμηρές κιθάρες. Περιέχει ωστόσο μισή ντουζίνα καλές συνθέσεις, οι οποίες και διασώζουν την υπόληψή του.

6. Alex Turner - Submarine OST (2011)

98yLstm_7.jpg

Υπό μία έννοια, ο Turner έστειλε τα 5 πανέμορφα αυτά κομμάτια σε αποστολή αυτοκτονίας παραχωρώντας τα στον Richard Ayoade για να ντύσει μουσικά το φιλμ του. Όχι ότι δεν ήταν πετυχημένη σύμπραξη –γάντι ταίριαξε ο ήχος τους στο ύφος και την ατμόσφαιρα της ταινίας– αλλά γιατί με την κίνηση αυτή τους στέρησε τη δυνατότητα να αναδειχτούν μέσα από ένα ολοκληρωμένο LP, που θα λάμβανε πολύ περισσότερο airplay, διαφορετικό promotion και ενδεχομένως μεγάλη συναυλιακή υποστήριξη. Σε όσα αυτιά πάντως έφτασαν, έφτασαν ως μελωδικό «χάδι», σχεδόν πλήρως ακουστικό και με εξαιρετικές στιχουργικές στιγμές. Για το ευρύ κοινό το soundtrack αυτό θα παραμείνει μάλλον για πάντα ένα (όχι και τόσο κρυμμένο) μυστικό.

5. Arctic Monkeys – Suck It And See (2011)

98yLstm_6.jpg

Η αυγή της δεκαετίας βρήκε τους Arctic Monkeys σε μεταβατικό στάδιο, γεγονός που αντανακλάται με απόλυτη ευκρίνεια στο Suck It And See. Ο δίσκος αυτός ήταν ένα συνονθύλευμα των ήχων των '00s, των σόλο αναζητήσεων του Turner (το “Piledriver Waltz” μέσα από το Submarine συμπεριλήφθηκε στην tracklist με διαφορετική ενορχήστρωση) και των κατευθύνσεων που η μπάντα θα έπαιρνε αργότερα, στο AM του 2013. Το αποτέλεσμα των (άγουρων ακόμη) ζυμώσεων ήταν ένας δίσκος αμφίβολης συνοχής, ο οποίος όμως περιείχε δυνατές επί μέρους στιγμές. Έμπασε έτσι τους Arctic Monkeys στη νέα δεκαετία με μια ώθηση «τόσο-όσο», ώστε να προετοιμάσει το έδαφος για τη γιγάντωση που θα γνώριζαν με την επόμενη κυκλοφορία.

4. The Last Shadow Puppets – The Age Of The Understatement (2008)

98yLstm_5.jpg

Το ντεμπούτο των Last Shadow Puppets είναι γόνος μιας χημείας που λειτούργησε περίφημα. Το συνθετικό και στιχουργικό ταλέντο του Alex Turner ήρθε και κούμπωσε πάνω στη ρετρό αισθητική του Miles Kane με αξιοζήλευτα συμπληρωματικό τρόπο, με αποτέλεσμα μια πραγματικά έξυπνη και γουστόζικη αναπαραγωγή της μουσικής παρακαταθήκης Scott Walker και λοιπών. Ανάμεσα σε ορισμένες αδιάφορες στιγμές (που συγκράτησαν τον δίσκο από το να σκαρφαλώσει ακόμα ψηλότερα στη λίστα αυτή), το δίδυμο χάρισε στο κοινό του μερικά baroque pop αριστουργήματα, τα οποία αναδείχθηκαν ανάμεσα στα καλύτερα singles της χρονιάς εκείνης. Η δε συμβολή του «μάγου των εγχόρδων» Owen Pallet έπαιξε τεράστιο ρόλο στο αισθητικό αποτέλεσμα, κάτι που του πιστώνεται ακόμα και σήμερα.

3. Arctic Monkeys – AM (2013)

98yLstm_4.jpg

Ενώ το ευρωπαϊκό κοινό αγκάλιασε τους Monkeys από την πρώτη στιγμή, η «δύσκολη» αμερικάνικη αγορά χρειάστηκε έναν εμπορικό οδοστρωτήρα σαν το AM για να πειστεί. Ο ήχος βέβαια του δίσκου συνέβαλλε τα μέγιστα σε αυτό: οι επιρροές του βρετανικού indie πήγαν περίπατο και αντικαταστάθηκαν από κιθάρες που πατάνε σε Black Sabbath και Queens Of The Stone Age, αλλά και beats που σε σημεία μοιάζουν βγαλμένα από hip hop παραγωγές, κλείνοντας έτσι το μάτι στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η τεράστια όμως διεύρυνση της fanbase της μπάντας δεν θα ήταν ποτέ εφικτή, εάν το άλμπουμ δεν ήταν γεμάτο με hooks ικανά να γεμίσουν αρένες, με τρόπο που παραπέμπει σε rock αστέρες του περασμένου αιώνα. Το AM ήταν ο δίσκος που κατέστησε σαφές ότι οι Arctic Monkeys είναι η μεγάλη βρετανική rock μπάντα της γενιάς αυτής.

2. Arctic Monkeys – Favourite Worst Nightmare (2007)

98yLstm_3.jpg

Οι κάτω των 25 δεν το έζησαν σε πραγματικό χρόνο και επομένως δύσκολα μπορούν να φανταστούν τον πανικό που έσπειρε στη Βρετανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη η κυκλοφορία του Favourite Worst Nightmare τον Απρίλιο του 2007, έπειτα από το buzz που είχε δημιουργήσει έναν χρόνο πριν το ντεμπούτο των Monkeys. Σχεδόν όλα τα κομμάτια βρέθηκαν στα charts ταυτόχρονα, ενώ ακόμα και σήμερα τουλάχιστον 3 από αυτά παίζονται ανελλιπώς στα live της μπάντας. Κυρίως, όμως, οι κάτω των 25 δύσκολα μπορούν να νιώσουν το γκελ των Arctic Monkeys στους έφηβους εκείνης της εποχής, με το τότε indie status τους. Μαζί με το ντεμπούτο, το δεύτερο αυτό άλμπουμ των βρετανών εξέφρασε μια ολόκληρη γενιά και ενέπνευσε χιλιάδες πιτσιρικάδες να πιάσουν κιθάρες, μπάσα και τύμπανα για να φτιάξουν τη δική τους μπάντα. Rock record for the ages.

1. Arctic Monkeys – Whatever People Say I Am… That’s What I’m Not (2006)

98yLstm_2.jpg

Τι άλλο θα μπορούσε να βρίσκεται στην κορυφή της λίστας, αν όχι αυτό το μνημειώδες ντεμπούτο; Ο δίσκος έσκασε σαν ατομική βόμβα στη βρετανική αγορά σπάζοντας ρεκόρ πωλήσεων πρώτης εβδομάδας, για λόγους που υπερβαίνουν κατά πολύ το hype που είχε προηγηθεί στο MySpace και την προώθηση από τον μουσικό Τύπο. Οι γκαζωμένες κιθάρες με τα εμπνευσμένα riffs έδωσαν πνοή ανανέωσης στο κιθαριστικό indie, το αψεγάδιαστο songwriting ανέδειξε ακαταμάχητες μελωδίες και φανταστική αλληλεπίδραση ανάμεσα στο μπάσο και τις κιθάρες, το παίξιμο του Matt Helders στα ντραμς ήταν αποκάλυψη, ενώ η στιχουργική αμέσως φανέρωσε το χάρισμα του Turner τόσο σε επίπεδο δημιουργικής έκφρασης, όσο και σε ό,τι αφορά την ικανότητά του να γίνεται αυτό που οι Άγγλοι θα έλεγαν «relatable», καθώς αποτύπωνε μετεφηβικές ανησυχίες. Κάπως έτσι, ο δίσκος σάρωσε τα πάντα, πήρε τη νέα γενιά μαζί του, έσβησε από τον χάρτη σχεδόν όλες τις συγγενικές μπάντες της εποχής και σηματοδότησε την έναρξη μιας δισκογραφικής πορείας η οποία κρατιέται ακμαία μέχρι και σήμερα, σε κραυγαλέα αντίθεση με κάθε άλλη βρετανική indie rock μπάντα των 2000s. Καμιά φορά το hype έχει δίκιο.

{youtube}qH-3zdNhe5w{/youtube}

Πηγή: avopolis.gr

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ