Courtney Barnett - Tell Me How You Really Feel

Η Αυστραλή τραγουδοποιός χάνει την ηχητική φρεσκάδα του πρώτου της άλμπουμ, στιχουργικά όμως παραμένει μία από τις πιο πολύτιμες φωνές της γενιάς της... Όταν έχεις κυκλοφορήσει έναν δίσκο-σημείο αναφοράς για τον «εναλλακτικό» κιθαριστικό ήχο της τρέχουσας δεκαετίας, τότε η επόμενή σου δουλειά είναι καταδικασμένη να μπαίνει σε άμεση σύγκριση μαζί του.

Όταν έχεις κυκλοφορήσει έναν δίσκο-σημείο αναφοράς για τον «εναλλακτικό» κιθαριστικό ήχο της τρέχουσας δεκαετίας, τότε η επόμενή σου δουλειά είναι καταδικασμένη να μπαίνει σε άμεση σύγκριση μαζί του. Αυτό συμβαίνει τώρα και στην περίπτωση της Courtney Barnett, το ντεμπούτο της οποίας Sometimes I Sit And Think, And Sometimes I Just Sit την ανέδειξε πίσω στο 2015) σε μία cool διανοούμενη της διπλανής πόρτας για τη μπερδεμένη γενιά της (δείτε εδώ), παραδίδοντας στην πορεία τους πνευματώδεις, αυτοσαρκαστικούς της στίχους και τις ακαταμάχητες grunge μελωδίες της με αβίαστη άνεση.

Tο νέο άλμπουμ έχει ως τίτλο την ευθύβολη απαίτηση Tell Me How You Really Feel και βρίσκει τη στιχουργική ευφυΐα της Αυστραλής τραγουδοποιού να κινείται στα ίδια υψηλά επίπεδα· λείπει όμως εμφανώς η αναζωογονητική αίσθηση της ηχητικής φρεσκάδας. Από την άλλη, κάτι τέτοιο δείχνει ως λογική συνέπεια της μεταβολής που συνέβη στον εσωτερικό κόσμο της Barnett τα τελευταία 3 χρόνια. Φαίνεται δηλαδή ότι, μέσα σε αυτό το διάστημα, οι αμέτρητες σκέψεις της βάρυναν απότομα: έγιναν πιο σκοτεινές, την οδήγησαν σε αδιέξοδα και την ανάγκασαν να οχυρωθεί γύρω από τον εαυτό της. Με άλλα λόγια, έφαγε μία γερή, υπαρξιακή φρίκη, την οποία προσπαθεί τώρα να επικοινωνήσει τόσο μέσα από τους εσωστρεφείς, αυτοκριτικούς στίχους, όσο και μέσω του πιο συγκρατημένου και συμβατικού ήχου.

Αλλά ενώ δεν υπάρχει κάποια ηχητική εξέλιξη ή πρωτοτυπία στο Tell Me How You Really Feel –μάλλον μία ελαφριά οπισθοδρόμηση, θα έλεγα– η Barnett καταφέρνει και μετατοπίζει το κεντρικό σημείο του κριτικού ενδιαφέροντος στο στιχουργικό περιεχόμενο, με τον χαρακτηριστικό τρόπο με τον οποίον εκφέρει τον λόγο της. Εξάλλου εκεί βρίσκεται και όλη η ουσία: είναι αδύνατο να ακούς τη μουσική της χωρίς να δίνεις σημασία σε όσα έχει να πει. Αυτό είναι και το στοιχείο που τη διαχωρίζει από πολλούς μουσικούς της γενιάς της, το γεγονός δηλαδή πως καταφέρνει να μετατρέψει την ανάγκη για συναισθηματική έκφραση και ψυχανάλυση σε κάτι το απαραίτητο και καθολικό· κάνοντας τον εαυτό της να μοιάζει με την κολλητή σου, που αποφάσισε να σου ανοιχτεί για τα πάντα, για να μη νιώθεις πλέον μοναξιά σε αυτόν τον κόσμο.

Το άλμπουμ είναι λοιπόν γεμάτο από τέτοιους στίχους: από την αναζήτηση της ελπίδας μέσα σε μια εποχή μίσους στο "Hopefulessness" («You know what they say/ No one's born to hate/We learn it somewhere along the way») και την πάλη ανάμεσα στην αισιοδοξία και στον μηδενισμό στο "City Looks Pretty" («Sometimes I get sad/It’s not all that bad/One day, maybe never I’ll come around»), μέχρι την παραδοχή ότι χρειάζεται να αποκοπεί από τον ίδιο της τον εαυτό στο "Need Α Little Time" («I need a little time out from me and you») και την ανάγκη να βοηθήσει τους φίλους της στο –επηρεασμένο από τη συνεργασία της με τον Kurt Vile– "Sunday Roast" («I know you’re doing your best / I think you’re doing just fine»), η τραγουδοποιός ρίχνει τον μεγεθυντικό φακό πάνω στη δικιά της ψυχή προκειμένου να κατανοήσει τον κόσμο μέσα στον οποίον ζει. Κόσμος που μοιάζει γεμάτος από άτομα έτοιμα να τη μειώσουν περιπαιχτικά (“Nameless, Faceless”) ή να την ελέγξουν ("I’m Not Your Mother, I’m Not Your Bitch”), τα οποία της δίνουν λαβή για το δικό της σχόλιο πάνω στην τοξική αρρενωπότητα και τη δική της συμβολή στην ευρύτερη συζήτηση για τη μάχη μεταξύ των δύο φύλων.

Η λύτρωση –τόσο για την ίδια, όσο και για τον ακροατή– έρχεται κάπου στη μέση του δίσκου με το "Cripping Self-Doubt Αnd Α General Lack Οf Confidence", όπου ακούγονται και οι αδερφές Deal. Μέσω αυτού του τραγουδιού, η Barnett επαναλαμβάνει (και παραδέχεται ανακουφιστικά) ότι «I don’t know, I don’t know anything». Το περιεχόμενο βέβαια ενός τέτοιου ξεσπάσματος πλήρους άγνοιας μένει ανοιχτό σε ερμηνεία, για μένα πάντως σχετίζεται άμεσα με την ανάγκη έκφρασης μιας αδυναμίας να βρίσκεις πάντα τις σωστές λέξεις ώστε να περιγράψεις το τι συμβαίνει μέσα σου ή στον γύρω κόσμο.

Μερικές φορές, το να υπάρχουμε απλώς είναι αρκετό για να προχωρήσουμε στην επόμενη ημέρα. Και προσωπικότητες σαν τη Barnett έχουν την εκφραστική δύναμη να μετατρέψουν τέτοιους άλυτους γρίφους σε καθημερινή γνώση, με τον πιο απροσποίητο τρόπο. Γι' αυτό και παραμένει μία από τις πιο πολύτιμες φωνές της γενιάς της. Και κάθε της άλμπουμ, παρά τις όποιες συνθετικές αστάθειες, θα περιέχει αποστάγματα σοφίας και συναισθηματικής ειλικρίνειας που ενδιαφέρουν όλους τους ανήσυχους ανθρώπους.

{youtube}TISIPNpRuoY{/youtube}

Πηγή: avopolis.gr