Η Άλκηστις Πρωτοψάλτη πρώτη φορά κυπριακά!

Πρόκειται για το τραγούδι «Χάλκινα χρόνια» το οποίο η Άλκηστις Πρωτοψάλτη ερμηνεύει με άψογη προφορά, στην Κυπριακή διάλεκτο, κάτι που κάνει για πρώτη φορά στην καριέρα της!

Τη μουσική υπογράφει ο Κώστας Κακογιάννης & τους στίχους ο Πάμπος Κουζάλης.

Στο τραγούδι συμμετέχουν οι «Ορειβάτες», ένα φωνητικό σύνολο με παιδιά που ζουν στα βουνά του Τροόδους της Κύπρου και που φοιτούν στη Σχολή Μιτσή.


Τα «Χάλκινα Χρόνια» ακούγονται μαζί με το τραγούδι «Μη Με ξεχάσεις» που επίσης ερμηνεύει η Άλκηστις Πρωτοψάλτη και που θα κυκλοφορήσει σύντομα, στους τίτλους της ομώνυμης τηλεοπτικής σειράς εποχής του ΡΙΚ που ξεκίνησε πρόσφατα.

Την όλη παραγωγή υπογράφει ο Κύπριος συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής Κώστας Κακογιάννης ο οποίος έπαιξε και τα ακόλουθα όργανα: Πιάνο, βιολί, βιόλα, τσέλο, ζουρνά, κλαρίνο, φλάουτο, πιθκιαύλι, κιθάρα, λαούτο, μπαγλαμά, ούτι, μπουζούκι και διάφορα κρουστά.

Oι ηχογραφήσεις έγιναν στο Παράκεντρο στο χωριό Λεμύθου στο Τρόοδος, στη Σχολή Μιτσή στη Λεμύθου και στο στούντιο DIGI στην Αθήνα.

Το mastering έγινε από τον Ted Jensen στο Sterling Studio της Νέας Υόρκης.

Όλοι οι συντελεστές συμμετέχουν αφιλοκερδώς στην παραγωγή και όλα τα έσοδα από τις πωλήσεις τόσο των τραγουδιών που ερμηνεύει η Άλκηστις Πρωτοψάλτη όσο και του σάουντρακ θα δοθούν στο Ίδρυμα Σοφία για τα παιδιά.

Χάλκινα Χρόνια


Μουσική: Κώστας Κακογιάννης - Στίχοι: Πάμπος Κουζάλης
Από την ομώνυμη τηλεοπτική σειρά του ΡΙΚ

Μες στου βουνού τα τρίσβαθα
σε βράχο ραϊσμένο
γεννιέται παραπόταμος,
χρυσάφι πυρωμένο

Κοντεύκει ο νιος ο πέρκαλλος
κλέφκει του θκυο σταγόνες
να της τες πάρει βουρητός
να κάμουν αρραβώνες

Γυρεύκει βρίσκει το στρατίν,
φκαίννει που μες στο χώμα
Θωρεί που το ξωπόρτιν της
αγγέλους πά’ στο δώμα

«Έμπα κρυφά στο δίχωρο»,
λαλούν του, «να προλάβεις
για πρώτη μα στερνή φορά
φιλί να μεταλάβεις»

Αμάν…

Παλεύκει με τον έρωταν,
αστράφτει μες στ’ αλώνια
Κλαδεύκει το μαράζιν του,
βλαστούν σαράντα κλώνια

Είντα καμός επλάστηκεν
στα χάλκινα τα χρόνια

Εφάνην του πως άκουσεν
φωνή φαρμακωμένη
στην κάτω γην την άφωτη
τη στενοκοπημένη

Βουρώντα εκατέβηκεν
μα πού να την προφτάσει
Τα δαχτυλίθκια τα χρυσά
εμείναν του μοιράσι

Αφταίννει μέσα του λαμπρόν,
διψά την, πεθυμά την
Την κάθε μέρα που περνά
περίτου αγαπά την

Τον άρχονταν τον ουρανό,
ρωτά τον θυμωμένα
«Εσύ που κυβερνάς το φως,
τι μου ’δωκες εμένα;»


Πηγή: Ogdoo.gr